Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΙ

 

Ο κύριος Τι είναι αυτό που θα ονομάζαμε ένας απλός άνθρωπος που ζει μια απλή και μονότονη ζωή.

Του αρέσει πολύ το νούμερο 7, γι’αυτό και κάθε πρωί ξυπνά στις 7, χρειάζεται 7 λεπτά να ετοιμάσει το πρωινό του, άλλα 7 να το φάει, 7 λεπτά για να πλυθεί, 7 να ντυθεί και 17 λεπτά για να πάει στη δουλειά με το ποδηλατό του (δώρο από τη γιαγιά του όταν μπήκε στο πανεπιστήμιο. Μπλε με λευκό καλαθάκι μπροστά). Να πω την αλήθεια δε θυμάμαι ακριβώς τι δουλειά κάνει, αλλά όπως μου έχει πει και ο ίδιος, το σημαντικό είναι πως κάθε μέρα δουλεύει ακριβώς 7 ώρες! Τέσσερις ώρες δουλειά, μια ώρα διάλειμμα, τρεις ώρες ξανά δουλειά και μετά είναι ελεύθερος να πάρει το ποδήλατό του και να επιστρέψει στο σπίτι.

Στο δρομο για τη δουλειά συναντάει 7 φανάρια και χαιρετάει ακριβώς 7 ανθρώπους. Ένα μπακάλη, έναν περιπτερά, μία κουριούλα που πουλάει λουλούδια, το φούρναρη, το γιο του φούρναρη, την κοπέλα με τα πυροτεχνήματα και ένα αγοράκι που το βλέπει πάντα σε μια διασταύρωση καθώς πηγαίνει στο σχολείο του.

Ο κύριος Τι, αν και θα τον λέγαμε κοινωνικό, έχει μόνο 7 φίλους. Τον ενοχλεί βέβαια που όταν βγαίνουν όλοι μαζί είναι στο σύνολο τους οκτώ (βάζοντας και τον εαυτό του μέσα), αλλά με τον καιρό σταμάτησε να το σκέφτεται. Όσον αφορά τους γνωστούς, έχει επιλέξει να μην τους μετράει γιατί δυστυχώς δεν μπορεί να ελέγξει πόσα άτομα μπορεί να του συστήσουν οι φίλοι και οι συνάδελφοί του. Για καλή του τύχη όμως τουλάχιστον, στον όροφό που δουλεύει υπάρχουν αριβώς 7 θέσεις εργασίας! Δεν είναι παντα όλες κατηλειμμένες φυσικά, αλλά του αρκεί που είναι 7...

__________________________________________________________

Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που έχει ο κύριος Τι είναι πως πιστεύει ότι έχει 7 διαφορετικούς εαυτούς. Κάθε έναν από αυτούς τον έχει αντιστοιχίσει με έναν αριθμό και μία κατάσταση. Ο νούμερο ένα για παράδειγμα, είναι ο κύριος Τι όταν επισκεπτεται τους γονείς του· αγνός, χαμογελαστός, συνεσταλμένος, τακτικός. Ο νούμερο δύο είναι ο κύριος Τι στη δουλειά· γρήγορός, δυναμικός, αποφασιστικός και ο νούμερο τρία είναι ο κύριος Τι με φίλους· αστείος, εξωστρεφής, χαλαρός και πίνει και λίγο παραπάνω. Οι τέσσερα και πέντε αφορούν τον κύριο Τι στο δρόμο και σε δημόσιες εκδηλώσεις αντίστοιχα, ενώ ο έξι είναι ο κύριος Τι με την σύντροφό του· γλυκός, στοργικός, συμπονετικός, αλλά και ανεξάρτητος. Για τον εαυτό του με το νούμερο 7 δε μιλάει ποτέ... Τον έχω ρωτήσει πολλές φορές, ακόμα και μεθυσμένο, αλλά αρνείται να μου μιλήσει γι’αυτόν.

Το σπίτι του κύριου Τι είναι ένα διαμέρισμα 70 τετραγωνικών στο κέντρο της πόλης. Δυστυχώς στην περιοχή του δεν υπάρχουν εφταόροφες πολυκατοικίες, οπότε αναγκαστικά μένει στον τέταρτο. Η πολυκατοικία έχει ασανσέρ, αλλά του αρέσει να πηγαίνει από τις σκάλες για να μετράει τα σκαλοπάτια. Κάθε όροφος έχει 17. Ευτυχώς η πολυκατοικία δεν έχει ημιόροφο γιατί τότε το νούμερο θα άλλαζε! Το σπίτι του έχει ένα χωλ, ένα υπνοδωμάτιο, ένα σαλόνι, μία κουζίνα κι ένα μπάνιο. Το νοίκιασε ήδη επιπλωμένο, οπότε δεν είχε την ευκαιρία να το διακοσμήσει όπως θα ήθελε. Η μόνη προσθήκη που έκανε είναι ένα ράφι δίπλα στον καναπέ, που πάνω του έχει βάλει τη συλλογή του με τα ζάρια.

Στον κύριο Τι αρέσουν πολύ τα ζάρια! Περίεργο θα σκεφτόταν κανείς αφού έχουν μόνο έξι πλευρές, ο ίδιος όμως υποστηρίζει πως το ζάρι είναι το τέλειο αντικείμενο. Κάθε πλευρά του αντιστοιχεί σε μία απόφαση, μια κίνηση, μια νίκη, μια ήττα. Ρίχνεις το ζάρι και το τι θα συμβεί αμέσως μετά δεν καθορίζεται από την οικογένεια, τη δουλειά ή τους γύρω σου, αλλά από την τύχη. «Όλη η αλήθεια είναι κρυμμένη σε ένα ζάρι!», φωνάζει καμιά φορά. Και να φανταστεί κανείς ότι δεν του αρέσει ούτε το μπαρμπούτι, ούτε τα επιτραπέζια...

Ο κύριος Τι μετά τη δουλειά γυρνάει στο σπίτι, βλέπει λίγη τηλεόραση (πληροφοριακά αναφέρουμε ότι η τηλεόραση ανοίγει και κλείνει όταν η ώρα είναι και 7, και 17, και 27 και ούτω κάθ’ εξής)· τις Τρίτες και τις Πέμπτες έχει γυμναστήριο στις 7, ενώ μετά είτε θα πάει βόλτα με τους φίλους του, είτε θα γυρίσει σπίτι να διαβάσει κάποιο βιβλίο και να χαζέψει στον υπολογιστή μέχρι να νυστάξει. Πολλές ώρες αφιερώνει και στη συλλογή του με τα ζάρια, στα οποία μιλάει, τα γυαλίζει, τα ζωγραφίζει και φαντάζεται ιστορίες για τις πλευρές τους.

Ένα βράδυ, καθώς τον είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση, είδε ένα παράξενο όνειρο...

_________________________________________________________

Ήταν απόγευμα. Μόλις είχε επιστρέψει από τη δουλειά και καθώς περίμενε να πάει η ώρα 5.27 για να ανοίξει την τηλεόραση, περιεργαζόταν λίγο τα ζάρια του. Τη στιγμή που γυάλιζε το κίτρινο, το καμάρι του που είχε αγοράσει όταν είχε πάει στην Αίγυπτο, το δωμάτιο άρχισε ξαφνικά να γεμίζει με νερό. Στην αρχή τρομοκρατήθηκε, αλλά προς έκπληξή του είδε ότι μπορούσε να κινηθεί και να αναπνεύσει κανονικά, οπότε απλά συνέχισε το γυάλισμα. Μετά από λίγο, όταν ο χώρος είχε πια πλημμυρίσει εντελώς, εμφανίστηκε μπροστά του ένας άντρας ντυμένος σαν Αιγύπτιος βασιλιάς. Τον κοίταξε, του χαμογέλασε και άρχισε να προχωράει προς το μέρος του. Ενώ φαινόταν να κατευθύνεται προς τον κύριο Τι, ο άντρας κοντοστάθηκε στο τραπεζάκι του σαλονιού, το ακούμπησε με το δάχτυλο του, από μάυρο το έκανε κίτρινο, κοίταξε ξανά τον κύριο Τι και εξαφανίστηκε. Ο κύριος Τι έμεινε για λίγο σαστισμένος προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Τον άντρα δεν τον γνώριζε, για κάποιο  περίεργο λόγο όμως, ήταν απόλυτα σίγουρος πως ήταν ο Πρωτέας.

Αποφάσισε να σηκωθεί από τον καναπέ και να ψάξει στην εγκυκλοπαίδια περισσότερα για τον Πρωτέα. Μέχρι να ανοίξει την έβδομη σελίδα του έβδομου τόμου και να διαβάσει πως ο Πρωτέας ήταν θεός της μεταμόρφωσης, το  δωμάτιο άρχισε να στεγνώνει. Γύρισε προς το τραπεζάκι, αλλά αυτό παρέμεινε κίτρινο. Πήγε προς την κουζίνα για να πιει λίγο νερό και άγγιξε το διακόπτη για να ανοίξει το φώς. Αντί όμως το δωμάτιο να φωτιστεί, ο διακόπτης μετατράπηκε σε μπάλα κι έπεσε στο πάτωμα· όχι σαν αυτές του ποδοσφαίρου, αλλά κίτρινη, σαν αυτές που χρησιμοποιούν όσοι παίζουν τέννις· απλώς πιο ωραία και πιο μεγάλη. Τρόμαξε και προσπάθησε γρήγορα να κλείσει την πόρτα, το χερούλι όμως έλιωσε σαν ζύμη από κουλούρι κι έπεσε στα πόδια του. Τότε ήταν που ο κύριος Τι άρχισε να φοβάται...

Έτρεξε προς το μπάνιο, αλλά σκονταψε στον καναπέ, ο οποίος αυτόματα συρρικνώθηκε σε μέγεθος φουντουκιού! Για να μην πέσει, προσπάθησε να κρατηθεί από την πολυθρόνα η οποία με τη σειρά της βυθίστηκε η μισή στο πάτωμα κι έγινε ροζ. Τον καναπέ και την πολυθρόνα ακολούθησαν το φωτιστικό του σαλονιού, η πόρτα του μπάνιου, η λεκάνη, η πετσέτα των ποδιών, το κομοδίνο, το κρεβάτι και η καρέκλα του γραφείου που είχε στο υπνοδωμάτιο. Όλα είτε άλλαζαν εντελώς μορφή είτε χάνονταν στους τοίχους του σπιτιού αμέσως μόλις τα άγγιζε. Το κομοδίνο για παράδειγμα έγινε μια τεράστια εγκυκλοπαίδεια, η λεκάνη κάθισμα αυτοκινήτου και η πετσέτα των ποδιών μια αροκάρια! Ο κύριος Τι είχε πια πανικοβληθεί. Στην προσπάθειά του να φύγει από το σπίτι, χτύπησε στην εξώπορτα κι έπεσε κάτω αναίσθητος.

Όταν ξύπνησε, είδε πως το σπίτι του είχε μείνει ανέπαφο και συνειδητοποίησε πως όλο αυτό ήταν όνειρο. Σηκώθηκε, πηγε στο κρεβάτι του και κοιμήθηκε μέχρι το πρωί.

__________________________________________________________

Η επόμενη μέρα φαινόταν απόλυτα φυσιολογική. Αν και είχε ξυπνήσει με μια αλλόκοτη ανησυχία για το όνειρο που είχε δει το προηγούμενο απόγευμα, σηκώθηκε κανονικά, έφαγε το πρωινό του, ετοιμάστηκε κι έφυγε για τη δουλειά. Είχε αρχίσει να καλοκαιριάζει και η βόλτα με το ποδήλατο εκείνη την ώρα, ήταν γι’ αυτόν η καλύτερη στιγμή της ημέρας. Λίγο πριν φτάσει στη δουλειά και ενώ περίμενε στο προτελευταίο φανάρι, ένας άντρας τον ακούμπησε κατά λάθος στον ώμο. Ένιωσε ένα περίεργο τράβηγμα και γύρισε να κοιτάξει τι είχε συμβεί. Προς μεγάλη του έκπληξη ο ώμος του είχε γίνει ολοστρόγγυλος, σαν παραφουσκωμένο μπαλόνι! Τσίμπησε το μάγουλό του για να σιγουρευτεί ότι δεν ονειρεύεται μα ο ώμος δεν άλλαξε.

Αποφάσισε να παραμείνει ψύχραιμος· κατέβηκε ήρεμα από το ποδήλατο, το κλείδωσε σε μία κολόνα του ρεύματος και συνέχισε με τα πόδια. Στο επόμενο τετράγωνο συνάντησε το γιο του φούρναρη, ο οποίος όπως πάντα, του έσφιξε το χέρι για να τον χαιρετήσει. Ο κύριος Τι ένιωσε το ίδιο ακριβώς τράβηγμα και το χέρι του έγινε μπλε. Προς στιγμήν αναρωτήθηκε μήπως όλα αυτά τα φανταζόταν γιατί κανένας γύρω του δε φαινόταν να έχει παρατηρήσει τις αλλαγές. Ρώτησε το γιο του φούρναρη αν βλέπει κάτι παράξενο πάνω του κι αυτός γέλασε πιάνοντας την κοιλιά του, τον χτύπησε στην πλάτη κι έφυγε. Έτσι συνήθιζε ο γιος του φούρναρη. Πάντα κρατούσε την κοιλιά του ενώ χαχάνιζε. Η πλάτη του κυρίου Τι μετά το χτύπημα έγινε ξύλινη και επίπεδη· σαν επιφάνεια κοπής.

Πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αποτρελάθηκε, σκέφτηκε να πάει στο μπακάλικο που υπήρχε λίγο πιο κάτω, να πάρει ένα μπουκάλι νερό και να καθίσει σε ένα παγκάκι, μέχρι να ανακτήσει την ψυχραιμία του. Στο μπακάλικο, την ώρα που περίμενε στο ταμείο για να πληρώσει, ένα αγοράκι ήρθε και αγκάλιασε το πόδι του, προσπαθώντας να κρυφτεί από την αδερφή του που το κυνηγούσε. Το πόδι του κυρίου Τι αμέσως έγινε μακρόστενο και κυλινδρικό, σαν τον πλάστη που ανοίγουμε φύλλο. Πλήρωσε βιαστικά το νερό, έτρεξε προς το δρόμο και σωριάστηκε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε μπροστά του. Λίγο η ζέστη, λίγο η τρεχάλα και λίγο τα παραμορφωμένα άκρα του, είχαν κάνει τον κύριο Τι να πιστεύει ότι έχασε τα λογικά του. Την ώρα που προσπαθούσε να επεξεργαστεί αυτά που συνέβαιναν, ήρθε μια γριούλα με ένα παγωτό κι έκατσε δίπλα του. Το παγωτό έσταξε κατά λάθος στην μπλούζα του και η γριούλα προσπάθησε να το καθαρίσει. Άγγιξε έτσι τον κορμό του, ο οποίος μετατράπηκε αυτόματα σε ένα τεράστιο ταψί, σαν αυτά που ψήνουν τα κρέατα στα πανηγύρια. Του ήρθε να ουρλιάξει, αλλά για να μην τρομάξει τη γριούλα έφυγε τρέχοντας. Πρέπει να έτρεξε πολύ, αφού όταν πια σταμάτησε, είχε φτάσει στο πάρκο της πόλης.

Η κούραση από το τρέξιμο σε συνδυασμό με το κελάηδισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων από τον αέρα, κατάφεραν να τον ηρεμήσουν. Το περίεργο ήταν ότι ενώ το σώμα του το έβλεπε αλλαγμένο, το ένιωθε ακριβώς όπως πριν. Η αλλαγή στη μορφή του δεν είχε επηρεάσει τη λειτουργικότητά του.

Τότε ήταν που θυμήθηκε το όνειρο! Δεν πίστευε πια πως ήταν τρελός, αλλά ότι ο άντρας που είχε δει στον ύπνο του μαζί με όλα τα εξωπραγματικά γεγονότα που ακολούθησαν, είχαν προκαλέσει αυτό που του συνέβαινε. Η ώρα είχε περάσει και είχε αργήσει πολύ για τη δουλειά. Τους τηλεφώνησε, ζήτησε μερικές μέρες αναρρωτική άδεια και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Καθώς προχωρούσε, όποιος τύχαινε να τον ακουμπήσει τον άλλαζε. Ο λαιμός του ήταν πια σαν ανθοδοχείο, τα δάχτυλά του σαν γλειφιτζούρια, ο πισινός του σαν γάντια του μποξ. Πέρασε και από την παμπ που συχνάζουν δύο φίλοι του, φροντίζοντας διακριτικά να τον ακουμπήσουν παντού, για να δει αν υπάρχει κάποιο σημείο που θα έμενε απαράλλακτο.

Όταν έφτασε στο σπίτι και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ήταν πλέον αγνώριστος. Δεν είχε μείνει κανένα σημείο στο σώμα του που να θυμίζει το συνηθισμένο του εαυτό. Μπερδεμένος και σαστισμένος, αποφάσισε να μην ταλαιπωρήσει άλλο το μυαλό του κι έπεσε για ύπνο, ελπίζοντας πως θα ξυπνήσει και θα είναι ξανά όπως πριν.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε βαθιά, χωρίς όνειρα.

________________________________________________________________

Η επόμενη μέρα τον βρήκε ακριβώς στην ίδια κατάσταση. Το σώμα του δεν είχε επανέλθει σε αυτό που θεωρούσε ώς τότε φυσιολογικό και είχε πια σιγουρευτεί ότι δεν έβλεπε όνειρο. Είχε την ίδια αλλόκοτη ανησυχία με το προηγούμενο πρωινό, αλλά τώρα ένιωθε και απίστευτη αγανάκτηση.

Τις πρώτες ώρες τις πέρασε μπροστά από τον καθρέφτη  του μπάνιου. Περιεργαζόταν τα μέλη του σώματός του, συνειδητοποιώντας σοκαρισμένος πόσο διαφορετικά ήταν. Δεν ήταν πια ο εαυτός του αλλά ένας άνθρωπος αντικείμενο, κολλάζ πραγμάτων που άλλοι δημιούργησαν με μία μόνο επαφή. Απορροφημένος από τις σκέψεις του δεν κατάλαβε πότε μεσημέριασε. Πήγε προς το σαλόνι κι έκατσε στον καναπέ κοιτώντας τα ζάρια του. Θα έκανε αυτό που τον ηρεμούσε πάντα περισσότερο! Θα περνούσε χρόνο μαζί τους ελπίζοντας να βρει μία λύση. Στο μυαλό του συνέχεια τριγύριζε το όνειρο και το πως αυτό συνδεόταν με ό,τι του συνέβει. Γιατί αυτός ο άντρας να του δείξει πως με ένα άγγιγμα μπορεί να αλλάξει καθετί μέσα στο σπίτι του και την επόμενη ακριβώς μέρα, όποιοι συνάντησε κατάφεραν να μεταμορφώσουν τον ίδιο;

Ο κύριος Τι ήξερε πως σε όλη του τη ζωή άφηνε τους γύρω του να τον επηρεάζουν και να τον διαμορφώνουν. Γι’ αυτό άλλωστε πίστευε και στη θεωρία των 7 εαυτών. Ήξερε πως ο εαυτός νούμερο ένα είχε φτιαχτεί για να κάνει ευτυχισμένους τους γονείς του, ο δύο για να ικανοποιεί τους εργοδότες του και τους συναδέλφους του, ο έξι τη συντροφό του. Ακόμα και οι τέσσερα και πέντε ήταν φτιαγμένοι για να ευχαριστούν άλλους· αυτούς που μπορεί να μη γνώριζε αλλά φοβόταν να απογοητεύσει...

 Σε όλους είχε αναφέρει για τον εαυτό του με το νούμερο 7. Δε μιλούσε πολύ γι’ αυτόν με αποτέλεσμα να πιστεύουν πως αντιπροσωπεύει κάτι μυστικό και απόκρυφο· κάτι για το οποίο ο κύριος Τι ντρεπόταν. Η αλήθεια είναι όμως, πως ο κύριος Τι δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν για τον έβδομο εαυτό, γιατί πολύ απλά δεν ήξερε ποιος είναι. Υποτίθεται πως αυτός ο εαυτός θα αντιπροσώπευε κάτι πραγματικό· τον εαυτό του έξω από τους άλλους. Έναν εαυτό που δεν είχε ανακαλύψει όμως ακόμα.Το ένιωθε πως υπάρχει, αλλά δεν είχε βρει τον τρόπο να του δώσει μορφή. Προσπαθούσε να θυμηθεί ποια ήταν η τελευταία φορα που αναρωτήθηκε τι πραγματικά θέλει, ανεξάρτητα από τον περίγυρό του, και δεν τα κατάφερε. Η σκέψη αυτή τον νευρίασε. Σπατάλησε τόσες ώρες εκείνο το πρωί σκεφτόμενος πως θα μετατρέψει ένα μπαλόνι ξανά σε ώμο και δεν του πέρασε καν από το μυαλό να ασχοληθεί με το τι συνέβαινε μέσα του!

Η μεταμόρφωση τον έκανε να σκεφτεί διαφορετικά. Έπαψε να ασχολείται με το σώμα του κι άρχισε να αναλύει τους εαυτούς του. Έγραψε κάθε σκοτεινή σκέψη που είχε περάσει από το μυαλό του και την καταπίεσε. Κάθε πιθανή κίνηση που θα μπορούσε έχει τολμήσει και δεν το έκανε, κάθε επιλογή που απέρριψε χωρίς να το θέλει. Για κάθε εαυτό έγραψε μια λίστα με έξι αποφάσεις που ήθελε να πάρει αλλά δεν πήρε ποτέ. Εκείνη την ώρα το βλέμμα του έπεσε στο κίτρινο ζάρι. Μα πώς δεν το είχε σκεφτεί ως τότε! “Όλη η αλήθεια είναι κρυμμένη σε ένα ζάρι”, το ήξερε! Μόνο αυτό θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Έριξε το ζάρι κι έφερε δύο.

Εκείνη τη στιγμή το χέρι του βρισκόταν πάνω στο πόδι του. Το έσφιξε ασυναίσθητα με τα δάχτυλά του κι αυτό άρχισε να αλλάζει. Άγγιξε και το άλλο και άρχισε να αλλάζει κι αυτό. Όσο τα άγγιζε, τόσο αυτά άλλαζαν. Κατάλαβε ότι μπορούσε να τους δώσει όποια μορφή ήθελε. Τα συμπίεζε στις άκρες και από μακρόστενοι κύλινδροι μετατρέπονταν σε πυραμίδες. Με μια κίνηση τα έβαφε πράσινα, ροζ ή γαλάζια. Αν τα έπλαθε αρκετά, μπορούσε να τα κάνει να μοιάσουν με ολοστρόγγυλες σφαίρες. Έριξε ξανά το ζάρι ενθουσιασμένος κι έφερε έξι. Αυτή τη φορά ήταν το κεφάλι του που μπορούσε να μεταπλάσει. Το τέντωσε, το ζούληξε, του άλλαξε χρώμα, σχήμα, μέγεθος και ξαναέριξε το ζάρι· ένα. Με το ένα άλλαξε τον κορμό του. Δοκίμασε στενή μέση, φαρδιά, με αφαλό, χωρίς αφαλό, ανάποδη πλάτη και όλα τα χρώματα. Όταν έφερε τέσσερα κατάφερε να μεταμορφώσει τα χέρια του, ενώ το πέντε και το τρία αφορούσαν τα δάχτυλά και το λαιμό του αντίστοιχα.

Ο κύριος Τι εκείνο το βράδυ γύρισε εξουθενωμένος, όμως απόλυτα ικανοποιημένος στο κρεβάτι του. Είχε κατορθώσει να φτιάξει τον εαυτό του όπως αυτός ήθελε. Μπόρεσε τελικά να δώσει μορφή στον έβδομο εαυτό του! Ήταν πεπεισμένος πως από την επόμενη μέρα η ζωή του θα ήταν πολύ διαφορετική. Τον πήρε αμέσως ο ύπνος και άρχισε ξανά να ονειρεύεται.

____________________________________________________________

Ήταν απόγευμα και καθόταν στον καναπέ παίζοντας με τα ζάρια του. Το δωμάτιο άρχισε να γεμίζει νερό κι ένας άντρας εμφανίστηκε μπροστά του ντυμένος σαν Αιγύπτιος βασιλιάς. Του χαμογέλασε, άγγιξε το τραπεζάκι του σαλονιού, από κίτρινο το έκανε μαύρο κι εξαφανίστηκε. Την επόμενη μέρα ο κύριος Τι ξύπνησε χωρίς να θυμάται τίποτε από οσα του είχαν συμβεί. Η μορφή του είχε επανέλθει στην πρότερή της κατάσταση. Παραμόνο ο δείχτης του αριστερού χεριού του είχε χρώμα μπλε...

 

Δήμητρα Χατζηανδρέου